

Νέο μοντέλο υπολογισμού κόστους σχολικής μονάδας:
Η Παιδεία είναι επένδυση για το μέλλον και όχι κόστος προς διαχείριση.
Με αφορμή δημοσιεύματα για το «νέο μοντέλο υπολογισμού κόστους για κάθε σχολική μονάδα» και τις κυβερνητικές εξαγγελίες περί ενίσχυσης της «αυτονομίας» των σχολείων, εκφράζουμε τον έντονο προβληματισμό και την κατηγορηματική μας αντίθεση σε πολιτικές που αντιμετωπίζουν τη δημόσια εκπαίδευση με όρους οικονομικής διαχείρισης και λογιστικών δεικτών.
Σύμφωνα με όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, η κυβέρνηση προτίθεται να προχωρήσει στην εφαρμογή ενός νέου μοντέλου οικονομικής αποτύπωσης και παρακολούθησης της λειτουργίας κάθε σχολικής μονάδας, με καταγραφή λειτουργικών δαπανών, υπολογισμό κόστους ανά σχολείο και σύνδεση της λεγόμενης «αυτονομίας» με την αποτελεσματικότητα στη διαχείριση πόρων. Παράλληλα, επιχειρείται να εμπεδωθεί μια λογική αποκέντρωσης οικονομικών ευθυνών προς τις σχολικές μονάδες, στο πλαίσιο ενός μοντέλου που αντιμετωπίζει το σχολείο περισσότερο ως διοικητική και οικονομική μονάδα και λιγότερο ως παιδαγωγικό και μορφωτικό θεσμό.
Η αυτονομία της σχολικής μονάδας αποτελεί διαχρονικό αίτημα της εκπαιδευτικής κοινότητας. Όμως η αυτονομία που έχει ανάγκη το δημόσιο σχολείο δεν αφορά στη μετακύλιση οικονομικών βαρών, την αναζήτηση πόρων, τη διαχείριση της υποχρηματοδότησης ή την είσοδο ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων στη λειτουργία του σχολείου. Η πραγματική παιδαγωγική αυτονομία αφορά την ενίσχυση της μαθησιακής διαδικασίας, τη δυνατότητα του Συλλόγου Διδασκόντων να διαμορφώνει παιδαγωγικές πρακτικές, να οργανώνει τη στοχοθεσία με βάση τις ανάγκες των μαθητών, να αναπτύσσει καινοτόμες διδακτικές προσεγγίσεις και να στηρίζει ουσιαστικά τα μορφωτικά δικαιώματα όλων των παιδιών.
Η κυβέρνηση της ΝΔ, αντί να ενισχύσει ουσιαστικά το δημόσιο σχολείο με μόνιμο προσωπικό, σύγχρονες υποδομές και επαρκή κρατική χρηματοδότηση, προωθεί ένα μοντέλο όπου το κόστος λειτουργίας ανά σχολική μονάδα μετατρέπεται σε βασικό δείκτη αξιολόγησης. Η επιλογή αυτή εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τη διεύρυνση των εκπαιδευτικών ανισοτήτων. Σχολεία σε απομακρυσμένες, νησιωτικές, ορεινές ή κοινωνικά ευάλωτες περιοχές, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με τα ίδια οικονομικά κριτήρια με σχολικές μονάδες μεγάλων αστικών κέντρων. Η εκπαίδευση δεν είναι επιχείρηση και οι μαθητές δεν είναι αριθμοί σε πίνακες κόστους και αποδοτικότητας.
Αντί, λοιπόν, η κυβέρνηση να αναζητά τρόπους κοστολόγησης του δημόσιου σχολείου, οφείλει να σχεδιάσει πολιτικές ουσιαστικής ενίσχυσής του. Να επενδύσει σε ασφαλείς και σύγχρονες σχολικές υποδομές, στη μείωση του αριθμού μαθητών ανά τμήμα, σε μόνιμους διορισμούς εκπαιδευτικών, στην ουσιαστική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, στην ανανέωση των προγραμμάτων σπουδών με σύγχρονα παιδαγωγικά εργαλεία και στην ενίσχυση της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης. Αυτές είναι οι πραγματικές ανάγκες του δημόσιου σχολείου και όχι η μετατροπή του σε πεδίο δημοσιονομικών πειραματισμών.
Η βελτίωση της μαθησιακής διαδικασίας και η κατοχύρωση των μορφωτικών δικαιωμάτων των μαθητών δεν μπορούν να μπαίνουν στη ζυγαριά δημοσιονομικών περιορισμών. Δεν μπορεί η μόρφωση των παιδιών να εξαρτάται από οικονομικούς δείκτες, «αποδοτικότητα» και τεχνοκρατικές προσεγγίσεις που αγνοούν τις κοινωνικές και παιδαγωγικές ανάγκες της εκπαιδευτικής πραγματικότητας.
Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσηςέχει διατυπώσει πολλές φορές τη σταθερή θέση ότι η εκπαίδευση δεν αποτελεί κόστος αλλά επένδυση για το μέλλον της κοινωνίας. Κάθε ευρώ που δαπανάται για τη δημόσια παιδεία επιστρέφει πολλαπλάσιο ως κοινωνική συνοχή, δημοκρατία, πολιτισμός και ανάπτυξη.
Δηλώνουμε σε όλες τις κατευθύνσεις ότι θα συνεχίσουμε να υπερασπιζόμαστε ένα δημόσιο, δωρεάν και ποιοτικό σχολείο για όλα τα παιδιά, με ισχυρή κρατική χρηματοδότηση, με σεβασμό στον παιδαγωγικό ρόλο των εκπαιδευτικών και με επίκεντρο τις μορφωτικές ανάγκες των μαθητών και όχι τις επιταγές της αγοράς.
Δημοκρατική Συνεργασία
Εκπαιδευτικών Π.Ε.
Να μη συνηθίσουμε τον πόνο!
Αγώνας για ένα σχολείο που να χωρά τη ζωή των παιδιών μας.
Το τραγικό γεγονός με τα δύο 17χρονα παιδιά, μας συγκλονίζει και μας γεμίζει θλίψη. Καμία λέξη δεν μπορεί να απαλύνει τον πόνο των οικογενειών, των φίλων, των συμμαθητών και των εκπαιδευτικών τους. Όμως δεν έχουμε το δικαίωμα να σιωπήσουμε. Γιατί πίσω από κάθε τέτοια τραγωδία δεν υπάρχουν μόνο ατομικά αδιέξοδα. Υπάρχει και μια κοινωνία που ασφυκτιά. Υπάρχει ένα σχολείο που αντί να μορφώνει και να στηρίζει, συχνά εξαντλεί, ανταγωνίζεται και συνθλίβει.
Τα παιδιά μας μεγαλώνουν μέσα σε ένα περιβάλλον αδιάκοπης πίεσης.Εξετάσεις, βαθμοί, άγχος επιτυχίας, φροντιστήρια, οικονομική ανασφάλεια, κοινωνική απομόνωση, φόβος για το μέλλον. Από πολύ νωρίς μαθαίνουν ότι πρέπει συνεχώς να αποδεικνύουν την αξία τους. Ότι αν δεν «αντέξουν», αν δεν «πετύχουν», αν δεν είναι οι καλύτεροι, περισσεύουν.
Το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα μετατρέπει το σχολείο σε μηχανισμό εξαντλητικού ανταγωνισμού. Μετρά επιδόσεις αλλά αγνοεί συναισθήματα. Ελέγχει δείκτες αλλά δεν ακούει τις αγωνίες των μαθητών.Η ανθρώπινη ανάγκη για στήριξη, επικοινωνία και ψυχική φροντίδα αντιμετωπίζεται ως «δευτερεύουσα», την ώρα που χιλιάδες παιδιά βιώνουν μοναξιά, πίεση και αδιέξοδο.
Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι. Απαιτούμε εδώ και τώρα ουσιαστική ψυχοκοινωνική στήριξη σε όλα τα σχολεία:
Οι εκπαιδευτικοί γνωρίζουμε καλά ότι οι μαθητές δεν χρειάζονται ένα σχολείο εξεταστικό κέντρο ούτε μια καθημερινότητα φόβου και εξουθένωσης. Χρειάζονται ένα σχολείο που να εμπνέει, να αγκαλιάζει, να καλλιεργεί την αυτοπεποίθηση και τη συνεργασία. Ένα σχολείο δημοκρατικό, ανθρώπινο, δημιουργικό. Ένα σχολείο που να δίνει χώρο στη ζωή και όχι να την συνθλίβει.
Δεν θα αποδεχτούμε ως «κανονικότητα» τη θλίψη, την εξάντληση και την απόγνωση των παιδιών μας. Η κοινωνία, η πολιτεία και το εκπαιδευτικό σύστημα οφείλουν να ακούσουν το σιωπηλό ουρλιαχτό μιας γενιάς που πιέζεται αφόρητα. Κανένα παιδί δεν πρέπει να νιώθει μόνο και κανένα σχολείο δεν μπορεί να θεωρείται επιτυχημένο, όταν τα παιδιά του λυγίζουν.
Δημοκρατική Συνεργασία
Εκπαιδευτικών Π.Ε.
Απεργία ΑΔΕΔΥ στις 13 Μαΐου 2026!
Συμμετέχουμε μαζικά στην απεργία και τα συλλαλητήρια!
Στις 13 Μαΐου συμμετέχουμε μαζικά στην απεργία της ΑΔΕΔΥ,δίνοντας μια συλλογική, αποφασιστική απάντηση στις κυβερνητικές πολιτικές που διαρκώς υποβαθμίζουν τη ζωή μας, απαξιώνουν το έργο μας και διαλύουν τη δημόσια εκπαίδευση. Η συγκυρία δεν αφήνει περιθώρια για αδράνεια ή αναμονή. Αντίθετα, απαιτεί καθαρή στάση, ενότητα και διεκδίκηση.
Τα τελευταία χρόνια βιώνουμε μια πρωτοφανή πίεση στο εισόδημά μας. Οι μισθοί μας παραμένουν καθηλωμένοι, ουσιαστικά μειωμένοι σε πραγματικούς όρους, καθώς η ακρίβεια σε βασικά αγαθά, ενέργεια, στέγαση και μεταφορές καλπάζει. Οι αυξήσεις που ανακοινώνονται είναι ανεπαρκείς, χωρίς καμία ουσιαστική επίδραση στην καθημερινότητα των εργαζομένων. Ιδιαίτερα για τους νεοδιόριστους και αναπληρωτές συναδέλφους, η κατάσταση είναι περισσότερο ασφυκτική. Ενοίκια δυσβάσταχτα, συνεχείς μετακινήσεις, εργασιακή ανασφάλεια και αδυναμία στοιχειώδους προγραμματισμού της ζωής τους. Πρόκειται για μια συνθήκη που δεν συνάδει με την αξιοπρέπεια του λειτουργήματος που επιτελούμε.
Σύμφωνα με όλες τις επίσημες έρευνες, την ώρα που το ΑΕΠ της χώρας αυξάνεται, οι Έλληνες εργάζονται σκληρότερα και αμείβονται λιγότερο από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, έχοντας τη δεύτερη χαμηλότερη αγοραστική δύναμη σε όλη την ΕΕ (μετά τους Βούλγαρους). Σύμφωνα με την Eurostat, το 2023, ο μέσος προσαρμοσμένος ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης ανά εργαζόμενο στην Ευρώπη κυμαινόταν από 13.503€ στη Βουλγαρία έως 81.064€ στο Λουξεμβούργο, με τον μέσο όρο της ΕΕ να φτάνει τα 37.863€. Στις κατώτερες θέσεις βρίσκεται η Ελλάδα (17.013€), της οποίας υπολείπονται μόνο η Βουλγαρία και η Ουγγαρία (16.895 €).
Σύμφωνα με έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, η οικονομική κατάσταση της πλειονότητας των Ελλήνων επιδεινώθηκε, ενώ για 6 στα 10 νοικοκυριά (60,7%) το μηνιαίο εισόδημά τους αρκεί μεσοσταθμικά για μόλις 19 ημέρες του μήνα.
Η γενικευμένη φτωχοποίηση μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας αποτυπώνεται καθημερινά και μέσα στις σχολικές τάξεις.Οι μαθητές μας φέρνουν μαζί τους τις κοινωνικές ανισότητες, την ανασφάλεια και τις στερήσεις που βιώνουν οι οικογένειές τους. Το σχολείο καλείται να διαχειριστεί πολύ πιο σύνθετες ανάγκες, χωρίς όμως την αντίστοιχη στήριξη από την πολιτεία. Αντί για ουσιαστικές πολιτικές κοινωνικής προστασίας, παρακολουθούμε μια διαρκή μετακύλιση ευθυνών προς τους εκπαιδευτικούς.
Η κατάσταση στη δημόσια παιδεία είναι αποτέλεσμα συνειδητών πολιτικών επιλογών.Η υποχρηματοδότηση παραμένει διαχρονική και εντείνεται, με τα σχολεία να λειτουργούν χάρη στην αυταπάρνηση των εκπαιδευτικών. Ελλείψεις σε προσωπικό, καθυστερήσεις στους διορισμούς, ελλιπής στήριξη της ειδικής αγωγής, ανεπαρκείς υποδομές και σχολικά κτήρια που δεν ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες, συνθέτουν ένα τοπίο εγκατάλειψης. Παράλληλα, προωθούνται πολιτικές που ενισχύουν τις ανισότητες και αλλοιώνουν τον δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα της εκπαίδευσης.
Αντί για έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό που θα στηρίζει το δημόσιο σχολείο και τους λειτουργούς του, η κυβέρνηση επιλέγει αποσπασματικές παρεμβάσεις, επικοινωνιακές εξαγγελίες και μέτρα που συχνά επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την καθημερινότητά μας. Η εντατικοποίηση της εργασίας, η γραφειοκρατία και η έλλειψη ουσιαστικού διαλόγου με τους εκπαιδευτικούς φορείς επιδεινώνουν το ήδη δύσκολο περιβάλλον.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η απεργία της 13ης Μαΐου αποτελεί αναγκαία απάντηση και ταυτόχρονα αφετηρία για την ενίσχυση των συλλογικών μας διεκδικήσεων.
Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης καλεί όλους τους εκπαιδευτικούς να στείλουν μήνυμα μηδενικής ανοχής στην κυβέρνηση. Να συμμετέχουν στην απεργία και στα συλλαλητήρια σε όλη τη Χώρα.
Απαιτούμε:
Δίνουμε τη μάχη για να ζούμε με αξιοπρέπεια και δικαιοσύνη!
Όλοι στον αγώνα!
Δημοκρατική Συνεργασία
Εκπαιδευτικών Π.Ε.
Πρόγραμμα «Μαριέττα Γιαννάκου»:
Η πραγματικότητα πίσω από τις κυβερνητικές εξαγγελίες
Η κυβέρνηση επιχειρεί για ακόμη μία φορά να παρουσιάσει ως «σημαντική παρέμβαση» ένα πρόγραμμα περιορισμένων και αποσπασματικών παρεμβάσεων στα σχολικά κτήρια, την ώρα που η κατάσταση στις δημόσιες σχολικές υποδομές σε όλη τη Χώρα παραμένει τραγική.
Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις της κυβέρνησης, στη Β’ φάση του προγράμματος «Μαριέττα Γιαννάκου» εντάσσονται 238 σχολεία και σχολικά συγκροτήματα σε 132 δήμους της Χώρας, με χρηματοδότηση ύψους 100 εκατομμυρίων ευρώ από τις συστημικές τράπεζες. Δηλαδή, σε σύνολο χιλιάδων σχολικών κτηρίων πανελλαδικά, η κυβέρνηση παρουσιάζει ως «λύση» παρεμβάσεις που αφορούν ένα πολύ μικρό μόνο μέρος των πραγματικών αναγκών.
Είναι δε, τόσο αντικειμενική και αδιάβλητη η επιλογή των σχολικών μονάδων που εντάχθηκαν στο πρόγραμμα,που εντελώς «τυχαία» ο μεγαλύτερος αριθμός σχολείων βρίσκεται στην εκλογική περιφέρεια της υπουργού Παιδείας κυρίας Ζαχαράκη! Για την κυβέρνηση και τα στελέχη της το κράτος είναι «λάφυρο» της εξουσίας και το αποδεικνύουν με κάθε ενέργειά τους.
Η πραγματικότητα όμως δεν κρύβεται πίσω από φιέστες και επικοινωνιακές εξαγγελίες. Καθημερινά μαθητές και εκπαιδευτικοί βρίσκονται σε σχολεία με σοβάδες και οροφές που καταρρέουν, αίθουσες που πλημμυρίζουν με την πρώτη βροχή, με προβλήματα θέρμανσης και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, με ελλιπή μέτρα πυρασφάλειας, με ανεπαρκείς αντισεισμικούς ελέγχους, σε κοντέινερ και προκατασκευασμένες αίθουσες η διάρκεια ζωής των οποίων έχει ξεπεράσει τους προβλεπόμενους χρόνους, με ελλείψεις σε χώρους άθλησης και εργαστήρια. Σε σχολικά κτήρια δεκαετιών χωρίς ουσιαστική συντήρηση.
Την ίδια στιγμή, οι κρατικές δαπάνες για την παιδεία παραμένουν καθηλωμένες, ενώ η ευθύνη για τις σχολικές υποδομές μεταφέρεται διαρκώς στους δήμους, οι οποίοι ασφυκτιούν οικονομικά και αδυνατούν να καλύψουν ακόμη και βασικές ανάγκες συντήρησης.
Ακόμη πιο προκλητικό είναι το γεγονός ότι η κυβέρνηση εμφανίζει ως «σωτηρία» τη χρηματοδότηση από τις τράπεζες. Δηλαδή, αντί το κράτος να εξασφαλίζει σταθερή και επαρκή δημόσια χρηματοδότηση για ασφαλή σχολεία, επιλέγει να μετατρέπει μια στοιχειώδη κοινωνική υποχρέωση σε πεδίο χορηγιών, δωρεών και εταιρικής προβολής.
Την ίδια στιγμή, οι συστημικές τράπεζες που εμφανίζονται σήμερα ως «ευεργέτες» της δημόσιας εκπαίδευσης, κατέγραψαν υπερκέρδη που ξεπερνούν τα 4,7 δισεκατομμύρια ευρώ το 2025. Αφού επί χρόνια ενισχύθηκαν με δημόσιο χρήμα, επιχειρούν τώρα να ενδυθούν τον μανδύα της «φιλανθρωπίας» μέσα από χορηγίες που δεν καλύπτουν ούτε στο ελάχιστο τις τεράστιες ανάγκες των σχολικών υποδομών.
Η δημόσια εκπαίδευση, όμως, δεν είναι πεδίο «φιλανθρωπίας».Οι ανάγκες των μαθητών δεν μπορούν να εξαρτώνται από τις διαθέσεις ιδιωτών, ούτε η ασφάλεια των παιδιών να αντιμετωπίζεται ως ευκαιρία δημοσίων σχέσεων. Τα σχολικά κτήρια δεν χρειάζονται «μπαλώματα» και αποσπασματικές ανακαινίσεις βιτρίνας. Χρειάζονται ολοκληρωμένο δημόσιο σχεδιασμό, σταθερή χρηματοδότηση και πολιτική βούληση.
Ως ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης τονίζουμε ότι η κατάσταση απαιτεί εδώ και τώρα:
Οι εκπαιδευτικοί, οι γονείς και οι μαθητές γνωρίζουν πολύ καλά ότι τα προβλήματα δεν λύνονται με εξαγγελίες και φωτογραφίες εγκαινίων. Η δημόσια παιδεία χρειάζεται πραγματικές επενδύσεις, ασφαλείς υποδομές και ένα κράτος που θα αναλαμβάνει τις ευθύνες του απέναντι στα παιδιά και την κοινωνία. Η ασφάλεια και η μόρφωση των παιδιών μας δεν είναι κόστος. Είναι δικαίωμα και κοινωνική υποχρέωση.
Δημοκρατική Συνεργασία
Εκπαιδευτικών Π.Ε.