18 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2016
Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ
Του Κώστα Ανθόπουλου
Μέλους Δ.Σ. του Α’ Συλλόγου Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Θεσσαλονίκης
Ανεξάρτητα από την οπτική με την οποία προσεγγίζει κανείς τις ποικίλες διαστάσεις του προσφυγικού ζητήματος (κοινωνικές, ηθικές, πολιτικές, οικονομικές, ανθρωπιστικές), αναμένεται να βρίσκεται στο επίκεντρο του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου ενδιαφέροντος για αρκετά χρόνια.
Οι δραματικές διαστάσεις του ζητήματος αυτού δεν έχουν αναδείξει μόνο την αδράνεια των κυρίαρχων πολιτικοοικονομικών δυνάμεων στην Ευρώπη και την αντίδραση εκπροσώπων ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών που συνασπίστηκαν μεταξύ τους προκειμένου να αποφύγουν την εισδοχή ορισμένου αριθμού προσφύγων στη χώρα τους, αλλά και τις χρόνιες ανεπάρκειες του κρατικού μηχανισμού της χώρας μας, η οποία βρέθηκε αντιμέτωπη με τη διαχείριση του προβλήματος αυτού, δίχως κατάλληλη προετοιμασία αλλά και συνάμα κάθε μορφής διοικητικής, τεχνικής και οικονομικής υποστήριξης.
Οι πρόσφατες όμως εξελίξεις (τρομοκρατικές επιθέσεις στις Βρυξέλες, του κλείσιμο του λεγόμενου βαλκανικού διαδρόμου, η γενικευμένη αίσθηση ανασφάλειας στην καρδιά της Ευρώπης, ο συνωστισμός προσφύγων σε συγκεκριμένες περιοχές της χώρας μας αλλά και η αδυναμία ουσιαστικής βελτίωσης των συνθηκών ζωής τους) αποτελούν μια σειρά από παράγοντες που επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό τις δυνατότητες εύρεσης στρατηγικών αποτελεσματικής διαχείρισης του προσφυγικού προβλήματος.
Υπολογίζεται, ότι περίπου πάνω από 50.000 πρόσφυγες θα εγκλωβιστούν στη χώρα μας στους οποίους συμπεριλαμβάνεται αρκετός αριθμός παιδιών προσχολικής και σχολικής ηλικίας και είναι επόμενο ότι το σχολικό σύστημα θα κλιθεί να ανταποκριθεί στις εκπαιδευτικές τους ανάγκες.
Ήδη είναι ενθαρρυντικό και θετικό το γεγονός ότι η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, κατά την πρόσφατη Σύνοδο των Υπουργών Παιδείας στις Βρυξέλλες, παρουσίασε το ελληνικό σχέδιο δράσης για την αντιμετώπιση του προσφυγικού κύματος στον τομέα της Εκπαίδευσης το οποίο περιλαμβάνει:
· Την ένταξη σε ειδικό Μητρώο των παιδιών νηπιακής, σχολικής και μετασχολικής ηλικίας (ηλικία, οικογενειακή κατάσταση, επίπεδο εκπαίδευσης κ.λ.π.) με στόχο να προσδιοριστούν οι ανάγκες υποστήριξης , φροντίδας και εκπαίδευσης, ανθρώπινου δυναμικού και υποδομών.
· Την καταγραφή των ενηλίκων προσφύγων που θα μπορούσαν να εργαστούν ή να προσφέρουν εθελοντικά στις εκπαιδευτικές δομές και δράσεις, βάσει πιστοποιημένων επαγγελματικών προσόντων, γλωσσικών και άλλων δεξιοτήτων.
· Την εκπαίδευση και επιμόρφωση του προσωπικού που θα απασχοληθεί στις δράσεις.
· Την ψυχολογική στήριξη των παιδιών και των γονιών τους, ιδιαίτερα των ασυνόδευτων παιδιών καθώς και την συναισθηματική ενδυνάμωσή τους,
· Την παροχή βασικών δεξιοτήτων γραμματισμού και ψηφιακού αλφαβητισμού, την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας καθώς και αγωγής υγείας, ώστε να δημιουργηθούν σχέσεις εμπιστοσύνης.
· Την ανάπτυξη της διαπολιτισμικής ικανότητας και την ένταξή τους σε διαδικασίες ομαλής ενσωμάτωσης.
· Την ένταξη σε τάξεις υποδοχής των δημοσίων σχολείων προσφύγων μαθητών.
Προκειμένου όμως να μην καταλήξουν όλες οι παραπάνω προτεινόμενες δράσεις σε απλή θεωρητική εξαγγελία και να έχουν ουσιαστική εφαρμογή με προοπτική αποτελεσμάτων, απαιτείται να διαμορφωθούν και οι ανάλογες κοινωνικές, ψυχολογικές και υλικοτεχνικού χαρακτήρα προϋποθέσεις όπως:
· Η ένταξη του θέματος «πρόσφυγες» στις εκπαιδευτικές διαδικασίες των σχολικών μονάδων με εφαρμογή σχετικών σχεδίων εργασίας.
· Η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και η κάλυψη των βασικών τους αναγκών σε αξιοπρεπή βάση.
· Η εξεύρεση και αξιοποίηση κατάλληλων κτιριακών εγκαταστάσεων για την υλοποίηση των σχεδιασμένων δράσεων.
· Η συνεχής ευαισθητοποίηση των τοπικών κοινωνιών με οργανωμένες δράσεις έτσι ώστε να προλαμβάνονται εντάσεις και συγκρούσεις που έχουν σχέση με τα κέντρα φιλοξενίας.
· Η εντατικοποίηση από πλευράς πολιτείας μέτρων ασφαλείας και τάξης για την αποφυγή παραβατικών συμπεριφορών εφόσον προκύπτουν.
· Η ανάπτυξη σχέσεων αμοιβαίου σεβασμού και ανάδειξης της πολιτισμικής ταυτότητας μεταξύ των προσφύγων και των μελών της τοπικής κοινωνίας.
Συμπερασματικά, επειδή το όλο εγχείρημα δεν έχει ανάλογη συνάφεια με την ενσωμάτωση των Ελλήνων Ποντίων από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και των μεταναστών από διάφορες χώρες στις αρχές της δεκαετίας του ’90, δεν είναι δυνατόν να γίνουν ανάλογες συγκρίσεις. Το παρόν εγχείρημα έχει πολλές δυσκολίες και ιδιαιτερότητες που χρήζουν εμπεριστατωμένης μελέτης και προβληματισμού.
KOSTAS ANTHOPOULOS




